ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΑΣ ΣΧΟΛΕΙΟ

  ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΑΣ ΣΧΟΛΕΙΟ

Τα πεύκα σκύβουν τα μεσάνυχτα  στο μαξιλάρι μου
Κι’ ο ύπνος μου συνεχίζεται στο πέλαγος.

Με το σώμα  ελαφρύ
πάνω απ’ τους λόγγους .  
Με τα χελιδόνια να σπαθίζουν το μαΐστρο.
Κι’ οι φωνές των παιδιών
να ματώνουν τις μνήμες,
αντηχώντας θλιβερά  
απ’ τα σπασμένα τζάμια
του παλιού μας σχολειού.

Βιβλία φθαρμένα, θρανία βουβά ,
σκελετοί που διαβαίνουν αμίλητοι,
νεράιδες που  χορεύουνε καταμεσήμερο
στης κουκουβάγιας το κοντρί…

Κι’ ένα ηλιοβασίλεμα πορτοκαλί
να στρώνει μελαγχολικό χαλί
στο τέλος της νιότης…
                                                                 

ΤΟ ΚΑΠΕΛΟ


                                  ΤΟ  ΚΑΠΕΛΟ    

Γέμισα το καπέλο μου  με στίχους.
Στην επιστροφή πάντα δυσκολεύομαι
να βολέψω τα πράγματά μου.
Και μες την αγωνία μου
μη σπάσουν τα ωμέγα και τα ύψιλον
και τα μπουρουδάκια της Θύμαινας
διαβάζω τα μάτια του ελεγκτή εισιτηρίων.
Άλλη μια αλαφροΐσκιωτη επιβάτις της άγονης γραμμής!
Κι’ εγώ νομοταγής ως συνήθως
πληρώνω το αντίτιμο του ταξιδιού μου στο άπειρο     
ξεγελώντας τους αδιάκριτους
και λάμποντας στον ήλιο του Αιγαίου
μέχρι που γίνομαι διάφανη.
Μου φωνάζεις και τρέχω
Τρέχω και σ’ ανταμώνω μεσοπέλαγα.
Διάφανος κι’ εσύ
και βαδίζων επί των υδάτων.
Σηκώνω τα χέρια και προσεύχομαι.
Κάτι ξέμπαρκοι τουρίστες γονατίζουν.
Και γελώ με βουρκωμένα μάτια.
Και γελώ και κλαίω.
Και πάντα με το καπέλο αγκαλιά
Τρυφερά και σφιχτά
Σαν ημερών βρέφος…

ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ


Σε σωρό χαρτιών καίω το μηδέν
και λάμπουν  τα μάτια των παιδιών στη Σαχάρα…

Αγέλη από τουρίστες, πληκτική  και άχρωμη
με παρασύρει.
Στηλώνω τα πόδια
και πυρωμένη σκόνη πέφτει απ’ τον ήλιο.
Ένα κορίτσι πλέκει ψάθινα καπέλα…

Συντροφιά τυχαία κι’ απρόσωπη
με παίρνει απ’ την ψυχή μου.
Κραυγάζω
-σιωπηλά όπως πάντα-
κι’ η ηχώ μου ταράζει την έρημο.

Πιάνω τις άκρες του κόσμου
και τινάζω τον ουρανό στα πόδια σου.
Παραμερίζω τους φοίνικες
κι’ αφήνω χώρο για τα μάτια σου
που τρεμοσβήνουν μεσάνυχτα
κυνηγώντας φεγγάρια στους αμμόλοφους.

Ένας Θεός από ψηλά
ξεφυλλίζει ακούραστα το Άσμα Ασμάτων
κι’ η αγάπη «κραταιά ως θάνατος»
γυρίζει τη γη γύρω απ’ τον άξονά σου…

Τ’ ΑΕΡΙΚΟ

  Τ’  ΑΕΡΙΚΟ


Είσαι τ’  αερικό  που  θα με κυνηγάει πάντα.
Με λυμένα μαλλιά στον άνεμο
Με χέρια κινούμενα στο ρυθμό της βροχής.
Σ’ είδα να σέρνεσαι στους βράχους καταχείμωνο…
Με τα φύκια κολλημένα στο στήθος
Με το πρόσωπο γερμένο στ’ όνειρο.

Με βασανίζει η τρυφερότητά  σου
Τα μάτια σου που με θέλουν
Η ζωή που με κάνει ν’ αρνιέμαι…

ΣΤΗ ΦΟΙΒΗ

      ΣΤΗ ΦΟΙΒΗ

Εκείνο το θαλασσινό σου βλέμμα
έτσι όπως το τράβηξες αμετάκλητα
απ’ τη γκρίζα μας πόλη,
μια σταγόνα απ’ τη φλέβα σου
έβαψε σε μια νύχτα το χιόνι στα βουνά.
Κι’ αμήχανα κουλουριαστήκαμε στο φόβο μας
Και θρηνούμε βουβά…

Πως μπόρεσες
να παραδώσεις τ’ ολόλευκο δέρμα σου
στα τσακάλια της νύχτας…

Δυο κορίτσια σαν τον άνεμο
ανεβοκατεβαίνουν βιαστικά στον ουρανό
με καμπανούλες χριστουγεννιάτικες στα χέρια.
Σου ετοιμάζουν το δρόμο
Τον στρώνουν μ’ αγριολούλουδα
Ανάβουνε τ’ αστέρια ένα-ένα να περάσεις…

Κι’ ένας χορός γυναικών σ’ ακολουθεί
με λαγήνια στον ώμο.
Και ξεχειλίζουν δάκρυα στην κοιλάδα των Φιλίππων.
Ποτάμια γίνονται
καθώς πέρα, μακριά στο αρχαίο θέατρο
μια μάνα γυρεύει αλαφιασμένη στον κόρφο της
το  παιδικό σου γέλιο.
Κι’ είν’ η κραυγή της μαχαιριά.

Και τα ξερά μας χείλη συλλαβίζουν: Φοί-βη, Φοί-βη…
Φοίβη…
Δε μας είπες ποτέ
τι σήμαινε τ’ όνομά σου στη γλώσσα των αγγέλων.
Κι’ εκείνη τη λαβωμένη σου φτερούγα,
μια ολόκληρη ζωή
την έκρυβες με αξιοπρέπεια…   

ΣΕ ΠΥΡΙΝΗ ΤΡΟΧΙΑ

ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ
 "ΣΕ ΠΎΡΙΝΗ ΤΡΟΧΙΑ"



«Η υπέρβαση των σχημάτων κρύβει, χωρίς άλλο, κίνδυνο πολύ. Μα αυτός είναι ο κλήρος ο βαρύς του αληθινού ανθρώπου. Πληρώνει τη γνησιότητα με την καθημερινή γεύση της πιθανής καταστροφής. Η ζωή του ακροζυγιάζεται αδιάκοπα στην όχθη του κινδύνου»  (Χρήστος Γιανναράς)



                                ΣΕ ΠΥΡΙΝΗ ΤΡΟΧΙΑ

   Σε πύρινη τροχιά η ψυχή μου
   τόσα χρόνια…
   ως έντομο μορμυρίζον
   στις παρυφές της Άνοιξης.
   Με τα μάτια ανοιχτά
   και κεραίες  αθέατες
   προσανατολισμένες σταθερά
   στη γόνιμη χώρα της σιωπής…
   Τις νύχτες πάνω απ’ τα σπίτια
   σ’ ένα κρυφτούλι με τις γωνίες των αστεριών.
   Τις μέρες ακίνητη
   με τα φώτα κλειστά στην τροχιά του μυαλού.

   Όλοι γνωρίζουν βέβαια
   πως είμαι ένας κανονικός άνθρωπος
   με όνομα, ταυτότητα και ωράριο εργασίας.
   Ευτυχώς δεν υποψιάζονται τίποτα…   

Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

  Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ


Σ’ ευχαριστώ που μού’δειξες απ’ την αρχή
το Στερέωμα.
Για το κόκκινο δειλινό των Κυκλάδων
σ’ ευχαριστώ.
Για κείνο το «σ’ αγαπώ»
που ήχησε σε όλο το Αιγαίο!

Μα πιο πολύ σ’ ευχαριστώ
για το ποτάμι που βρήκες στα σπλάχνα μου
που τρέχει, τρέχει, τρέχει
που τρέχει γαλανό νερό
και πλένεται η ζωή μου…

ΠΡΩΙΝΟ

    ΠΡΩΙΝΟ

Ο πρωινός ήλιος του Σεπτεμβρίου
μ’ ένα αεράκι μελαγχολικό συνωμοτούν
πάνω απ’ τα κλειστά μου βλέφαρα.
Ξύπνα, μου  λένε…
Τα πουλιά σε περιμένουν
να τα ταΐσεις με λέξεις…               

ΠΡΟΦΑΣΕΙΣ

ΠΡΟΦΑΣΕΙΣ

Στη μαθητεία της σιωπής ασκήτεψα τα μεσημέρια
Και πάντα με την πρόφαση του παιχνιδιού.
Πως αλλιώς θα μπορούσα τώρα ν’ αντέχω τη ζωή μου;
Πως αλλιώς θα μπορούσα τώρα
να δέχομαι στωικά το αναπότρεπτο που χαράζει;
Πως αλλιώς θα μπορούσα λοιπόν
 να’χα φυλάξει
ένα χρυσό πουγγί χαμόγελα για τους πικραμένους;

Στη μαθητεία της σιωπής παραδίνομαι
με την πρόφαση της κούρασης…

Γράφω και σκίζω τα φύλλα της καρδιάς μου
με την πρόφαση της ποίησης…

ΠΙΚΕ ΦΟΥΣΤΑΝΑΚΙ

  ΠΙΚΕ  ΦΟΥΣΤΑΝΑΚΙ

 Τότε ξυπνούσα εύκολα τις Κυριακές!
 Δεν ήταν μάλλον από πρώιμη ευσέβεια
 όπως το ερμήνευαν συνήθως οι μεγάλοι.

Τώρα δεν θέλω να ξυπνάω τις Κυριακές…

Αν ο Θεός μου με γεμίσει ενοχές
που ακούω συχνά τις καμπάνες ακίνητη,
Θα τον γεμίσω κι’ εγώ
που πήρε τη χαρά απ’ τις Κυριακές μου.
Έτσι λοιπόν, γυρίζω στ’ άλλο μου πλευρό
μ’ ένα πετάρισμα γοργό και ώπ!
Αρχίζω ετοιμασίες για την Εκκλησιά.
Με το ροζ κυπελάκι να πιάσω νερό
βιαστικά, μην αδειάσει η κρεμαστή βρυσούλα, η τσίγκινη…
Να πλύνω πρόσωπο και χέρια βιαστικά.
Λουστρινάκια στα πόδια, νούμερο 28.
Πικέ φουστανάκι, με φούσκα μανικάκι!
Τραγουδάκι στο στόμα, ζωγραφιά στη ματιά!
Λευκό φόντο, με κίτρινα και κόκκινα και πράσινα παιχνίδια,
παπάκια, τόπια, κούκλες, παγωτά.

Πώς φέγγουν τα κεριά στα μανουάλια!!!
Σαν το Χριστό ,εκεί ψηλά στο στρογγυλό τον τρούλλο!
Και οι γριές που γονατίζουν ,Άγια που έχουν πρόσωπα!
Γλυκόπικρη η μεταλαβιά,
προσωρινά χορταστική μπουκίτσα και τ’ αντίδωρο
καθώς απ’ τη στροφή μυρίζει κιόλας, το φαγητό της Κυριακής!

Πόσες φορές θ’ αλλάξω άραγε πλευρό
μέχρι ν’ ανοίξω τη ντουλάπα μου νωθρά…
Για να τραβήξω μια μαύρη φούστα, κάτω απ’ το γόνατο…

Δεν θέλω να ξυπνάω πια τις Κυριακές!

ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗ ΚΥΗΣΗ

  ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗ  ΚΥΗΣΗ

Ας μη γίνω ποτέ καλή χριστιανή
αν πρέπει ν’ αγαπήσω ως σεαυτόν
 εκείνο το γιατρό στο  ΜΗΤΕΡΑ…

Παλίνδρομη κύηση με επιπλοκές, φόβος σηψαιμίας, καισαρική…
Κι’ εκείνος,
με τη βρώμικη αλκοολική του ανάσα
να με επαναφέρει:
Πώς να μη σπάσει η φλέβα σας κυρία μου,
Εσείς παίρνετε αντιβίωση για …ελέφαντα!

Ελλείψει φορείου, μεταφορά στα χέρια του…
Αφιλόξενος και κρύος που ήταν εκείνος ο διάδρομος…


Κι’ έπειτα,
άδειο σακί πεταμένο το σώμα μου
διπλωμένο απ’ τον πόνο…

Έπεφτε μια ανοιξιάτικη βροχούλα στο τζάμι
Κι’ ο ρυθμός του ορού, μελωδία θανάτου…
στο δωμάτιο Ένα.

Τρεις νύχτες θητεία στην κόλαση!

Με ξύπνησε η μικρή του διπλανού δωματίου
με το λευκό φιόγκο στα μαλλάκια:
(Σκέπασα βιαστικά το ματωμένο κατωσέντονο)
Καλημέρα!
Η μαμά μου γέννησε κοριτσάκι!
Το δικό σας μωρό τι είναι;

ΟΙ ΡΟΔΙΕΣ

      ΟΙ ΡΟΔΙΕΣ

Τα δυο κλαράκια που είχες φυτέψει πέρυσι Υβόνη
έγιναν κιόλας δυο ροδιές  που αγκαλιαστήκαν.
Τα μεσημέρια χορεύουν γύρω γύρω στον κήπο
με ολόχρυσο στεφάνι από μέλισσες…
Δεν με πιστεύεις;
Μια ορχήστρα από αηδόνια
έχει παραταχθεί στον ορίζοντα.
Κι’ ένας αρχάγγελος αφροπατώντας
μοιράζει στους περαστικούς
μέλι γι’ αντίδωρο…
Ξέρω πως τρέχεις σε αμμουδερά ακρογιάλια
Πως πλέκεις για τα ρόδια πανεράκι ακριβό,
γι’ αυτό αργείς.
Ξέρεις πως τα βάφω υπομονετικά
με το πινελάκι
στο χρώμα του δειλινού
που μου άφησες φεύγοντας.

ΟΙ ΣΦΡΑΓΙΔΕΣ

  ΟΙ  ΣΦΡΑΓΙΔΕΣ

Σαν να μη μας αφορά πια
η αμεριμνησιά του καλοκαιριού…

Μια θαλασσινή κάρτα
Λοξά  καρφιτσωμένη στον πίνακα ανακοινώσεων.

Κάποιος πετάχτηκε
μέχρι την κοντινή ακτή το Σαββατοκύριακο.
Έφερε δυο κοχύλια…
Μια φιγούρα,
 σαν επιστάτης χωρίς βλέμμα
τα σκέπασε επιμελώς με μια στοίβα χαρτιών.
Από έγνοια για το κύρος της υπηρεσίας.
Μα πιο πολύ από φόβο
για το ενδεχόμενο αλατιού στις πληγές μας.

Φέτος στα γραφεία
δεν κοιτάζονται οι υπάλληλοι.
Ούτε σχεδιάζουν διακοπές…

Και οι σφραγίδες στα δημόσια έγγραφα
τατουάζ ανεξίτηλα
στο πληγωμένο σώμα μιας χώρας
που εκδίδεται ακούσια…         



                                                     Ιούνιος 2010

Ο ΓΛΑΡΟΣ


                                      Ο  ΓΛΑΡΟΣ


Aπό ψηλά  βλέπει καλύτερα.
Πάνω απ’ τα καράβια.
Πάνω απ’ τα σύννεφα.
Λουσμένος στο φως.
Κι’ ολοένα ανυψώνεται.
Κι’ ολοένα ελαφραίνει.
Κι’ αν τύχει κι’ άλλους στο ταξίδι του
Στήνουν γιορτή γύρω απ’ τον ήλιο.

Και λάμψεις λευκές αγγίζουν τις πολιτείες.
Κάποιοι τυφλώνονται
σκύβουν στο χώμα.
Πως ν’ αντικρύσεις τόσο φως…
Πως να το αντέξεις;

Από ψηλά βλέπει καλύτερα.
Τι κι’ αν ο ήλιος τού καψε
στην άκρη το φτερό;
Πέρασε μια βροχούλα και το γλύκανε.

Νάτος και πάλι δυνατός και ολόλευκος.
Ολόλευκος και περήφανος!

ΝΥΧΤΕΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ

ΝΥΧΤΕΣ  ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ

Είναι  κάτι νύχτες
που γίνεται βαγόνι το δωμάτιό μου
κι’ εγώ επιβάτης μελαγχολικός.
Καθαρίζω με την παλάμη το τζάμι
και παρακολουθώ ως  το πρωί
τους ίσκιους που περνάνε,
που κοντοστέκουν
ή που φεύγουν βιαστικοί.
Αυτοί που αγάπησα
Αυτοί που αδίκησα
Αυτοί που ερωτεύτηκα
κι’ αυτοί που μού δωσαν νερό
τις άνυδρες μέρες.

Αίνιγμα το φεγγάρι στα βαριά μου βλέφαρα
κι’ η κουκουβάγια από ράφι σε ράφι
στη βιβλιοθήκη μου
κουρνιάζει τα μεσάνυχτα κουρασμένη
στις αποσκευές…

Δεν ξέρω αν θα ξημερώσει
Δεν έχω κάποιον για να τον ρωτήσω.
Πατώ νωχελικά στο πληκτρολόγιο
«τερματισμός λειτουργίας».
Κλείνω τις πύλες του διαδικτύου,
ακολουθώ τους δρόμους της σιωπής
και βυθίζομαι σαν πλοίο στην ψυχή μου.

Κρύβουν ανοησία πολλή οι καιροί
και θόρυβο ανθρώπινο.
Λόγια και λόγια κι’ άλλα λόγια
«κύμβαλα αλαλάζοντα»
Χορός πικρής γιορτής.

ΝΟΕΜΒΡΗΣ

                                ΝΟΕΜΒΡΗΣ
                                        
                  Νοέμβρης μήνας                                        
                  κι’ η ερημιά τ’ άϊ Νικήτα βάλσαμο.
                  Μια βάρκα απέμεινε
                  που νοσταλγεί το καλοκαίρι
                  και το καφενεδάκι στη στροφή
                  που βγάζει ακόμα τραπεζάκια στην άμμο.
                  Έφυγαν όλοι για την πόλη.
                  Ένας εργάτης επισκευάζει τον μαντρότοιχο.
                  Ανεβαίνει μέχρι τις αυλές η θάλασσα το χειμώνα, λέει,
                  αγριεύει…
                  Μια σκεβρωμένη πολυθρόνα στο μπαλκόνι
                  και νοτισμένα χειρόγραφα στον αέρα
                  σαν ανερμήνευτοι χρησμοί.
                  Ποιος ξέρει
                  ο πουνέντες και φέτος τι δάκρυα θα φέρει…

ΜΑΤΑΙΟΣ ΠΟΝΟΣ

  ΜΑΤΑΙΟΣ  ΠΟΝΟΣ     

   Τι μάταιος κόπος!
Από παιδί παλεύω να υποτάξω τη θάλασσα μέσα μου.
Τι περιττή προσπάθεια…
Μια ολόκληρη ζωή να επισκευάζω τα φράγματα
Να υψώνω αναχώματα…
Για να μην πλημμυρίσει το χώρο μου
μην πνίξει τους φίλους μου
και να μην έρθουνε δεινά…

Τι μάταιος πόνος και τι δάκρυα περιττά!
καθώς εκείνη με ορμή παρασέρνει
της λογικής μου τις άμυνες.

Και μένω να βλέπω τους δρόμους ν’ αδειάζουν
Νερά, ποτάμια κατεβαίνουν
Σπάνε τις πόρτες, μπαίνουν στα συρτάρια μου
Το μυαλό μες τον  ύπνο μου μάχεται
κι’ η ψυχή μου αγρυπνά και φοβάται την αυγή.


Ανοίγω τα παράθυρα και τραγουδάω
καθώς αποτραβιούνται τα νερά
Κι’ αγναντεύω στης ζωής μου τον καθρέφτη
πέρα μακριά…
Ήρεμα χαιρετίζω
τα πεύκα που λυγίζουν στο Σούνιο
και στο Λευκάτα του ανέμου τα δάκτυλα
που αγγίζουν τη λύρα της Σαπφούς…

ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΑ


                               ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΑ

             Να σύρω τη θάλασσα
          Να την τραβήξω μέχρι εκεί.
          όπου θρονιάστηκε κιόλας ο χειμώνας…

          Δυο ώρες δρόμος.
          Τόσο απέχει το λευκό απ’ το γκρίζο.
           Πόσο να διαλαλήσω πια
           πως ανασαίνοντας την αλμύρα απ’ τα φύκια
           νυχτώνει πιο γλυκά…
           Πως αν στις ράχες των βουνών
           δεν παίζουν το κρυφτό οι γλάροι
           οι μέρες είναι άχαρες;
           
           Με φοβίζουν κάτι μαύρα πουλιά
           που κράζουν στο παράθυρο,
           λερώνουν τη βροχή με τα νύχια τους
           σκίζουν όταν φυσάει και τις κουρτίνες…

           Η ηχώ της φωνής μου σέρνεται στη χαράδρα.
           Συλλαβίζω ένα τραγούδι παιδικό
           κι’ ετοιμάζω ένα στόλο από καράβια χάρτινα.
           Τρέχω στο μώλο και τα ρίχνω μέσα .
           Καλοτάξιδα…

Η ΝΙΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ

  Η  ΝΙΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ


Τίποτα δε θυμάμαι απ’ τα διάσημα καφέ.
Κι’ ο μύθος της Μονμάρτης
θα μου είναι πάντα αδιάφορος.
Θυμάμαι τ’ απέραντα χωράφια  
τα γεμάτα ηλιοτρόπια
και το άγαλμα μιας κόρης με φτερά
πάνω σε αρχαίο πλοίο.    

Κάθε μου ταξίδι τον ίδιο προορισμό
Και κάθε χώρα μακρινή
ο ίδιος πόθος ο ανεκπλήρωτος.

Υπάρχουν κάτι ιστορίες μακρινές
που υπονομεύουν τον ύπνο μου…

ΔΥΟ-ΤΡΕΙΣ


                                 ΔΥΟ-ΤΡΕΙΣ
              Με το μολύβι μου ρομφαία
  
              ξορκίζω τα προσωπεία της μέρας
   
              που η νύχτα κουβαλάει
                
              στην κάμαρή μου.
              Βαριά η πληρωμή
              σαν αναμετρηθείς με τη δειλία
              Κι’ αυτοί που θέλουν «μπράβο» να σου πουν
              δειλά σ’ το λένε.
              Δυό- τρεις μονάχα ξεχωρίζουν
              μεσ’ το πλήθος
              που πλησιάζοντας με βήμα σταθερό
              τα χέρια σου γυρεύουν να φιλήσουν
              που κρέμασαν στο τοπίο τον ορίζοντα.
               Οι άλλοι φεύγουν όλοι σκυθρωποί
               καγχάζοντας και βρίζοντας
               πιο σκυθρωποί απ’ ότι ήταν πρώτα
               και συμφιλιωμένοι όπως- όπως
               με της σκλαβιάς τους τ’ αγαθά…